ISSN: 2241-6692

BLOG

Στην αυτοβιογραφία του Το μακρύ ζεϊμπέκικο (1996) ο Νίκος Κοεμτζής αρθρώνει έναν λόγο εξομολογητικό και επεξηγητικό: «Αγαπούσα τους ανθρώπους, κάποτε μου έγινε αφάνταστα δύσκολο να τους αγαπώ... από τότες που χτύπαγαν τον πατέρα μου, από μικρό παιδί, απόχτησα ένα μίσος κατά της αστυνομίας. Την αστυνομία την εννοούσα σαν κράτος της Δεξιάς. Δεν έκλεψα ή δεν αδίκησα ποτέ μου έναν φτωχό ή έναν ιδεολόγο ή έναν ρέστο. Όταν σε προδίδουν οι άνθρωποι, αγαπάς αόριστα τον κόσμο. Είναι λιγότερο βασανιστικό αυτό». Η κινηματογραφική μεταφορά της ιστορίας του εγκλήματος που προσδιόρισε όπως κανένα άλλο την περίοδο της μεταπολίτευσης από τον Παύλο Τάσιο φωτίζει διαφορετικές πτυχές του δημόσιου διαλόγου και της μυθολογίας γύρω από τη δολοφονία και τον αυτουργό της.

Τα ξημερώματα της 25ης Φεβρουαρίου 1973, ο Νίκος Κοεμτζής τραυμάτισε επτά θαμώνες του νυχτερινού κέντρου «Νεράιδα» και σκότωσε με μαχαίρι δύο αστυνομικούς κι έναν πολίτη (τον αστυφύλακα Δημήτρη Πεγιά, τον υπενωμοτάρχη Εμμανουήλ Χριστοδουλάκη και τον μηχανικό αυτοκινήτων Ιωάννη Κούρτη). Ο Κοεμτζής, έχοντας παραγγείλει στην ορχήστρα το ζεϊμπέκικο τραγούδι «Βεργούλες» του Μάρκου Βαμβακάρη για να χορέψει μόνος στην πίστα ο μικρότερος αδερφός του, ο Δημοσθένης, εξοργίστηκε με την προκλητική στάση των θαμώνων ν’ ανέβουν στη σκηνή και να χορέψουν μαζί του. Μεθυσμένος, σκότωσε μ’ ένα μαχαίρι αυτούς που καταπάτησαν τον άγραφο νόμο της τιμής και της παραγγελιάς, σύμφωνα με τον οποίον όταν κάποιος αναθέτει και πληρώνει τον τραγουδιστή για να ερμηνεύσει κάποιο τραγούδι ως παραγγελιά, στην πίστα χορεύει μόνο εκείνος που πληρώνει ή παραγγέλνει το τραγούδι. Η διήμερη καταδίωξη και σύλληψη του γνωστού –μέχρι τότε– μικροκακοποιού Κοεμτζή θεωρήθηκε από την αστυνομία ζήτημα τιμής, εξαιτίας της επαγγελματικής ιδιότητας των θυμάτων. Καθώς δεν του αναγνωρίστηκε κάποιο ελαφρυντικό (δηλαδή το ιστορικό σχιζοφρένειας), ο μεταμελημένος Κοεμτζής καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη ύστερα από την κατάργηση της θανατικής ποινής στην Ελλάδα (1993). ... More


Η περιπλάνηση στη «Χαμένη Λεωφόρο του Ελληνικού Σινεμά» ξεκίνησε για τους κατοίκους του κλεινού άστεως ήδη από τα μέσα του περασμένου Δεκεμβρίου. Το ομότιτλο αφιέρωμα (μια πρωτοβουλία της Ένωσης Σκηνοθετών Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου υπό την επιμέλεια των σκηνοθετών Ελίνας Ψύκου, Αλέξη Αλεξίου, Γιάννη Βεσλεμέ και της θεωρητικού του κινηματογράφου Αφροδίτης Νικολαΐδου) περιλαμβάνει σπάνιες προβολές ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου των δεκαετιών 1960-1990 που δεν έτυχαν επαρκούς προσοχής στην εποχή της κυκλοφορίας τους και ξανασυστήνονται πλέον σ’ ένα διευρυμένο κοινό, σε επιλεγμένες ημερομηνίες κάθε μήνα στον κινηματογράφο ΑΣΤΟΡ. Στο πρόγραμμα «Εμπροσθοφυλακή» θα προβληθεί μία από τις πιο σημαντικές περιπτώσεις της ελληνικής κινηματογραφικής πρωτοπορίας – ο Ηλεκτρικός Άγγελος του Θανάση Ρεντζή. Το κείμενο της Δέσποινας Πούλου μάς προτείνει κάποια εργαλεία ανάλυσης και ανατομίας αυτού του μνημειώδους έργου, αντλώντας από την αστείρευτη δεξαμενή της ανάγνωσης του κινηματογράφου ως μηχανής αναπαραγωγής μιας διηνεκούς επιθυμίας.

Ο Ηλεκτρικός Άγγελος (1981) του Θανάση Ρεντζή ξεκινά με μια φανταχτερή εικόνα ενός πολύχρωμου αγγέλου, μιας Αφροδίτης (;) δίχως χέρια, αλλά με κόκκινα φτερά, που μ’ αινιγματικές προθέσεις πλησιάζει αγέρωχα τον θεατή λίγο πριν εξαφανιστεί στο μαύρο φόντο. Η σεξουαλικότητα, ο ερωτισμός, ίσως κι ο έρωτας, είναι το θέμα της πέμπτης ταινίας του πρωτοπόρου Έλληνα σκηνοθέτη (προηγούνται το Μαύρο+Άσπρο [1973], η Βιο-Γραφία [1975], το Fiction [1977] και το Corpus [1979]), ο οποίος πειραματίζεται με πλειάδα ετερόκλητων υλικών, συναρμόζοντάς τα υπό την σκέπη μιας οπτικής εμπειρίας που προ(σ)καλεί τις ελεύθερες συνάψεις, τους τολμηρούς ειρμούς, αλλά και την καταβύθιση στην πρότερη εμπειρία μιας ενστιγματικής κατάστασης. Γιατί όμως ηλεκτρικός; Τα κύματα στα πόδια του αγγέλου μοιάζουν φτιαγμένα από ψηφιακούς κόκκους. Είναι λοιπόν αυτή μια προσπάθεια συνάντησης του σύγχρονου κόσμου με τις εξιδανικευμένες μορφές του αρχαϊκού; Μια «ιστορία του ερωτισμού» που επιχειρεί να συνταιριάξει την αρχαιολογία και την Ιστορία της Σεξουαλικότητας του Μισέλ Φουκώ, με τη μεταφυσική και τον Ερωτισμό του Ζωρζ Μπατάιγ, σ’ ένα ποιητικο-δοκιμιακό κολάζ-μοντάζ εικόνων; Είναι πιθανό επίσης η πηγή της ηλεκτροφόρησης του πτεροφόρου πλάσματος να αναζητείται και κάπου πέρα από την τεχνολογία, ακόμα και απ’ αυτήν του κινηματογράφου. ... More


Τον Οκτώβριο του 1929, με την έναρξη της νέας κινηματογραφικής σεζόν στην Αθήνα, δύο κινηματογράφοι πρόβαλαν ηχητικές ταινίες για πρώτη φορά στον ελλαδικό χώρο. Στο τέλος της σεζόν, τον Μάιο του 1930, 19 κινηματογραφικές αίθουσες διέθεταν κάποιου είδους ηχητικό σύστημα, ενώ το 1931, η πλειοψηφία πλέον των κινηματογραφικών αιθουσών σε ολόκληρη τη χώρα διαφήμιζε τη δυνατότητα προβολής ηχητικών και ομιλουσών ταινιών. Ο κινηματογράφος είχε γίνει ένα από τα δημοφιλέστερα θεάματα, με τις κινηματογραφικές αίθουσες, λίγο πριν την εισαγωγή του ήχου το 1929, να φτάνουν τις 149 πανελλαδικά. Συγχρόνως, το χρονικό διάστημα από το 1927 έως το 1932 αποτελεί τη γονιμότερη περίοδο της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής ταινιών, τουλάχιστον σε ποσοτικό επίπεδο. Ενώ λοιπόν ο κινηματογράφος, τουλάχιστον ως θέαμα, είχε αποκτήσει μαζικά χαρακτηριστικά και στην Ελλάδα, το ζήτημα της καλλιτεχνικής του αποδοχής παρέμενε στη φάση της αμφισβήτησης και μάλλον της απαξίωσης από την πλειοψηφία των Ελλήνων διανοουμένων. ... More


One of the pressing questions that the filmmakers, who participated in the Q&A of Cyprus Short Film Day 2016, were repeatedly asked concerned the essence and merits of short film. “What is a short film?”, CSFD artistic director Dr Marios Psaras asked the audience in his opening speech. “Is it just a stepping stone for filmmakers before they make their way to the making of feature films? Or is it a kind of art in its own right?” The filmmakers admitted that while shorts are, indeed, a necessary pathway to follow in order to gain experience and expertise in the field before embarking on the making of features, it soon becomes evident that short film has a life of its own. It is not merely a matter of temporality, though precisely because of that it emerges as a completely different kind of storytelling, with its own rules or lack thereof, its own platforms of funding, production, distribution and exhibition. The latter was the topic that naturally dominated the discussion. ... More


Πάντα ένιωθα σαν μια ευσυνείδητη ηθοποιός. Πιστεύω στο θέμα, στο περιεχόμενο της ταινίας και όχι στους σταρ.
Aλίκη Bουγιουκλάκη

Το 1958 η Αλίκη Βουγιουκλάκη πρωταγωνιστεί στην ταινία Αστέρω της Φίνος Φιλμ μετά από τέσσερα χρόνια σημαντικής παρουσίας στον εγχώριο κινηματογράφο. Η ταινία ξεχωρίζει ανάμεσα στις 51 που προβάλλονται τη σεζόν 1958-1959 και έρχεται πρώτη σε εισπράξεις (Κουσουμίδης, 1981:310). Ο Φιλοποίμην Φίνος, θεωρώντας το όνομά της συνώνυμο με την επιτυχία, τη συμπεριλαμβάνει στην εταιρεία παραγωγής του και μαζί ξεκινούν μια συνεργασία που θα αλλάξει την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Η άνθιση του εμπορικού κινηματογράφου δεν χρωστάει τόσο την ύπαρξή του στην οργανωμένη παραγωγή των στούντιο της εποχής, όσο στη διαμόρφωση του εγχώριου «σταρ σύστεμ», στο οποίο η Βουγιουκλάκη πρωτοστατεί. Η «εθνική σταρ», όπως την ανακηρύσσει η Ελένη Βλάχου, κυριαρχεί στο καλλιτεχνικό στερέωμα ως η πιο εμπορική ηθοποιός και τροφοδοτεί τον Τύπο της εποχής με ειδήσεις που αφορούν στην προσωπική της ζωή και στη δημόσια εικόνα της. ... More


Το Ιdées Fixes / Dies Irae αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Αντουανέττας Αγγελίδη και είναι ουσιαστικά η πτυχιακή της εργασία στην IDHEC (Ινστιτούτο Ανωτάτων Κινηματογραφικών Σπουδών του Παρισιού). Η ταινία είναι μια σύγχρονη, διαχρονική σπουδή πάνω στην αναπαράσταση του γυναικείου σώματος στη σύγχρονη τέχνη, την επανάσταση που δεν έρχεται, τον εγκλωβισμό στη σύγχρονη δυτική τέχνη, και μαζί ένα ρέκβιεμ του δυτικού πολιτισμού. Η Αντουανέττα Αγγελίδη παίζει με τα στοιχεία της avant-garde, αναστρέφει τους κώδικες, και εν τέλει δημιουργεί ένα «ανοίκειο» οπτικό όνειρο, που μέσω της απομάκρυνσης από την πραγματικότητα πλησιάζει το πραγματικό ως το μη αναπαραστάσιμο, έχοντας ως βάση την τέχνη της το παρελθόν της και την ίδια της την ύπαρξη. ... More


Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» παρουσιάζει στην 22η διοργάνωσή του (21/9-2/10) το σύνολο σχεδόν του έργου ενός καλλιτέχνη που ενσάρκωσε όπως κανείς στη σύγχρονη Ελλάδα το ρομαντικό ιδεώδες: το αφιέρωμα «Η Αισθηματική Αγωγή του Νίκου Τριανταφυλλίδη» φανερώνει την ουσία του έργου ενός σκηνοθέτη που δεν αρκέστηκε στο να κινηματογραφεί ήρωες που, παραμένοντας στη σκιά, αποδεικνύονται larger than life, αλλά έκανε τη ζωή του ολοένα και πιο μεγάλη (παρά το σύντομο της διάρκειάς της), ικανή να αναμετρηθεί με τα είδωλα της φαντασίας, με τον κόσμο του φαντασιακού. Σε αυτές τις διακλαδώσεις της ζωής, της τέχνης και του ονείρου συντελέστηκε μια πραγματική συνάντηση, αυτή του Νίκου Τριανταφυλλίδη και της Έφης Παπαζαχαρίου. Οι παρακάτω αράδες δεν είναι ένας «ρομαντικός επίλογος» (με τον τρόπο του Νίκου Καρούζου), αλλά ένα σημείωμα που «νοσταλγεί το μέλλον».

«...Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη…»
Οι Αισθηματίες

Κοίταγα αυτή τη θάλασσα του κόσμου που κατέβαινε και μετά ανέβαινε το λοφάκι προς το μνήμα μέσα στην κάψα του Ιουνίου και αναρωτιόμουν αν όντως, στ’ αλήθεια, είναι δυνατόν αυτό να έχει συμβεί. Όταν τελείωσαν όλα, πέντε-έξι άτομα πήραμε το δρόμο μέσα από τα χωράφια που έχουν ξεμείνει απορημένα στου Ζωγράφου, κάτω από τον καυτό ήλιο, συζητώντας αμήχανα διάφορα, ώσπου να φθάσουμε στο μέρος που θα βρίσκαμε τους άλλους – κάτι να πιούμε, για τον Νικόλα, όλοι μαζί. Στη μέση της διαδρομής, νόμιζα πως είμαι σε ταινία. Ή σε όνειρο. Ή σε εφιάλτη. Είχα μπερδευτεί. Ύστερα από ανέβα-κατέβα βραχάκια, κατσάβραχα και μονοπάτια, βάλαμε το πόδι μας επιτέλους στην άσφαλτο και φθάσαμε στο μαγαζί. Είμαι σίγουρη πως θα του άρεσε του Νίκου όλη αυτή η παράδοξη διαδρομή μιας παρέας που πήγαινε να πιει τιμώντας τον απόντα. Αισθηματίας. Θα το χρησιμοποιούσε και σε καμιά ταινία του το σκηνικό, εδώ που τα λέμε. Ο ίδιος το προκάλεσε έτσι κι αλλιώς. ... More


In its fourth edition, Syros International Film Festival gave a carte blanche to an emblematic figure of experimental filmmaking to curate one of its programs. Pip Chodorov was born in 1965 to a writer and a painter and raised on a farm. He started making films and music in 1971, after studying cognitive science at the University of Rochester. He then moved to Paris to study film semiotics, and in 1990 joined the legendary experimental filmmakers cooperative Light Cone. During his visit on the Greek island, this devoted supporter of the cinematic as a thought process explained how films can function as points of entry to a different state of consiousness and gave us a rare opportunity to discuss the challenges of programming in the era of vast accessibility.

Geli Mademli: The central theme of this year’s SIFF is “revision” – which is at the same time a prerequisite for change and a filtering method. Do you follow a specific method when “filtering” and curating a festival program?

Pip Chodorov: It is always different. For me every program has a different approach and it has a different audience as well. It depends if it is for a festival or for a university room, if the audience is already experienced in experimental film or if they have no idea what they will encounter. I am always interested in how the program will be received. In this case I was asked by SIFF’s head programmer Nathaniel Draper to make a selection, but I didn’t expect that on this Greek island there would be an interest in experimental films. When I started putting things together, the first film that came to mind was Jean Eustache’s film Une Sale histoire: It’s the same story told twice and it promotes the idea of repetition in a new way, where the second time is different and plus it informs the first time. ... More


Το παρόν κείμενο αποτελεί την επεξεργασμένη εκδοχή της ομότιτλης ανακοίνωσης στο συνέδριο «Λογοκρισίες στην Ελλάδα» που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα (17-19/12/2015) και διοργανώθηκε από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Τον Μάιο του 2005, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας Ακάμας του Πανίκου Χρυσάνθου, ένα δημοσίευμα στην κυπριακή εφημερίδα Το Ποντίκι φέρνει στο προσκήνιο τη διαμάχη δύο χρόνων που διεξαγόταν μεταξύ της Συμβουλευτικής Επιτροπής Κινηματογράφου (ΣΕΚιν) και του σκηνοθέτη σχετικά με την αφαίρεση ή αλλαγή μιας σκηνής από την ταινία, προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις μιας μερίδα της κυπριακής κοινωνίας. Η ταινία αποτυπώνει την κυπριακή ιστορία από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 μέχρι και την τουρκική εισβολή, μέσα από την ερωτική ιστορία ενός ζευγαριού του Τουρκοκύπριου Ομέρη και της Ελληνοκύπριας Ροδούς. Στο μέρος της ταινίας όπου αναφέρεται ο αγώνας της ΕΟΚΑ, ο αρχηγός μιας αντάρτικης ομάδας, ο Δώνης, που φέρει το ψευδώνυμο Ευαγόρας (μια άμεση αναφορά στον αγωνιστή της ΕΟΚΑ Ευαγόρα Παλλικαρίδη), εκτελεί εν ψυχρώ έναν «προδότη» μέσα στην εκκλησία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του επιταφίου της Μεγάλης Παρασκευής. Το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα με τίτλο «Δολοφόνος και εκτελεστής ο Ευαγόρας Παλλικαρίδης! Σοκ! Ανθελληνική ταινία χρηματοδότησε η κυβέρνηση!» κάνει λόγο για παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας και σπίλωση της μνήμης του νεαρότερου και ένδοξου ήρωα του απελευθερωτικού αγώνα, τον οποίο ο σκηνοθέτης παρουσιάζει ως στυγνό δολοφόνο. Μια βδομάδα αργότερα, νέο δημοσίευμα τον κατηγορεί ότι έλαβε τη χορηγία αφού πρώτα εξαπάτησε τους αρμοδίους. Διπλό το ατόπημα του δημιουργού, ο ήρωας φέρει το όνομα Ευαγόρας και η εκτέλεση του «προδότη» γίνεται εντός ιερού χώρου. Η απόφαση του σκηνοθέτη να αναπαραστήσει ένα από τα θέματα-ταμπού της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας προσέλκυσε εναντίον του τόσο τη θεσμική λογοκρισία όσο και άτυπες μορφές της. ... More


Tom, though depressed and strongly repelled by his father's sullenness, and the dreariness of home, entered thoroughly into his father's feelings about paying the creditors; and the poor lad brought his first quarter's money, with a delicious sense of achievement, and gave it to his father to put into the tin box which held the savings.

George Eliot, The Mill on the Floss

It is a moral truism that debt must be repaid. In George Eliot’s The Mill on the Floss, the son of the main character considers it his personal duty to bail out his bankrupt father. The shame of the financial loss would have ruined the moral standing of the whole family. When the crisis broke out in 2008, Europe started to impose this logic on its communities. Greece had to repay its debt, regardless of whether its citizens voted for the governments that indebted them, whether they ever profited from the debt, or whether they even knew that their government was in debt.

Under international law this moral truism does not hold sway. Sovereign states are not like Victorian families. They are allowed to cancel their debt. This law is guided by the principle that countries are first and foremost responsible for their citizens and only then to other countries or credit markets. To protect the interests of the financial industry and the governments of lender countries, the moral rhetoric of the European sovereign debt crisis has neglected this fundamental right. Banks, international organizations and economically more powerful nation-states have reinterpreted debt in a way that makes citizens accountable for the budget deficits of their past governments. ... More