ISSN: 2241-6692

BLOG

Source: ΧΡΟΝΟΣ online magazine

Vangelis Calotychos’s new book is a study of the negotiations and metamorphoses of images of the Self and the Other in the changing post-1989 contexts of Europe and the Balkans. Read against the background of Greece’s position in the immediate Balkan vicinity as well as within the broader European project, Calotychos analyses how semantics of sameness and difference and their corresponding “gazes” of recognition and distance were generated in Greek society in the late 1980s propelled as much by the shifting contours of the regional and geopolitical contexts as well as by the inflow of mass immigration from neighboring countries. The book’s analytical standpoint is rooted in the tradition of postcolonial studies dealing with the colonization of the imaginary and a strand of research inquiring into the historical contingencies against which the colonization of the mind took place. Taking the year 1989 as a watershed, Calotychos’s central argument claims that the fundamental negotiations in Greek society concerning issues such as modernization and Europeanization were made through and by reference to Balkan themes and contexts of signification, a point that is convincingly argued throughout the whole book. Indebted to cultural studies, Calotychos’ includes in his analysis political and popular discourses, literature and film. His take demonstrates an interdisciplinary engagement and includes next to cultural theory and comparative literature, the social sciences and anthropology, history, politics and psychoanalysis. ... More


Εδώ και κάποιες βδομάδες, όσοι χρησιμοποιούν το διαδίκτυο, και φυσικά όσοι αγαπούν την κινηματογραφική αλλά και εν γένει μηντιακή κουλτούρα, σίγουρα συνάντησαν στις διαδρομές τους τα πρωτότυπα προωθητικά βίντεο και teaser της ταινίας Η αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά (Ελίνα Ψύκου, 2013) που από τις 23 Ιανουαρίου προβάλλεται στις αίθουσες. Θα έλεγα μάλιστα ότι η μελέτη του συνολικού αυτού υλικού θα μπορούσε να αποτελέσει ακόμα ένα στοιχείο στον προσδιορισμό αυτού που ονομάζεται «ελληνικό νέο κύμα» ή «παράξενο κύμα».

Η κριτική εξέταση των προωθητικών ενεργειών και εν γένει της επικοινωνιακής στρατηγικής μιας ταινίας αποτελεί ένα ακόμα πεδίο για τον ερευνητή των κινηματογραφικών, επικοινωνιακών και πολιτισμικών σπουδών που είναι σχετικά παραμελημένο στην Ελλάδα. Μια τέτοιου είδους έρευνα θα μπορούσε να συνεισφέρει στην κριτική ανάλυση του αισθητικού και θεματικού σύμπαντος που φτιάχνει μια ταινία, στην κατανόηση μιας ταινίας ως πολιτισμικού και οικονομικού φαινομένου, αλλά ακόμα και στην περιοδολόγηση και ιστοριογραφία του ελληνικού κινηματογράφου. ... Περισσότερα


Τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερο βουλιάζω στη μονομανία μου να βλέπω παλιές ελληνικές ταινίες. Πιθανότατα πρόκειται για τυπική περίπτωση «nostalgia cinema», ή, καλύτερα, «nostalgia tv», αφού τις περισσότερες οι άνθρωποι της δικής μου ηλικίας τις πρωτοείδαμε στην τηλεόραση. Ακόμη κι έτσι, όμως, βρίσκω την τέχνη των παλιών σεναριογράφων, σκηνοθετών και λαϊκών ηθοποιών μακράν ανώτερη της σημερινής. Για την ακρίβεια, όταν δουλεύω στο σπίτι, συνήθως δεν βλέπω πια τις ταινίες, αλλά αφήνω το χώρο να γεμίζει από τις ιδανικές φωνές κι αγαπημένες των ηθοποιών του Παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου, του Λογοθετίδη, του Βέγγου, του Αυλωνίτη, του Σταυρίδη, του Κωνσταντάρα, της Βλαχοπούλου, της Καρέζη, της Νοταρά και τόσων άλλων.

Έτσι σε μια από τις τελευταίες μου αναζητήσεις στο διαδίκτυο διαπίστωσα ότι στα περισσότερα σχόλια θεατών για την ταινία Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι (1968) επανερχόταν επίμονα η απορία – που κάποτε ήταν και δική μου – ποιο ήταν τέλος πάντων το παράπτωμα του νεαρού Χατζηθωμά που ξετύλιξε το κουβάρι της ιστορίας που οδήγησε στην ευτυχία τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, αυστηρό διοικητή της σχολής αξιωματικών του Εμπορικού Ναυτικού. Επειδή λοιπόν στη διάρκεια των ακαδημαϊκών μου ερευνών έτυχε να λύσω τη συγκεκριμένη απορία, αποφάσισα να μοιραστώ με όποιον ενδιαφέρεται τις περιπέτειες του Χατζηθωμά, που στην ουσία είναι οι περιπέτειες του δημοφιλούς θεάτρου/κινηματογράφου στη μεταπολεμική-μετεμφυλιακή Ελλάδα. ... More


(Σημ. Επιμ: Μια πρώτη εκδοχή του κειμένου αυτού διαβάστηκε στο πάνελ με γενικό τίτλο Αυτό δεν είναι η Αθήνα: η πόλη που φαίνεται, η πόλη που δεν φαίνεται, η πόλη που περισσεύει [μαζί με τις Άννα Πούπου και Ειρήνη Σηφάκη] στο πλαίσιο της ημερίδας «Φωτογραφημένη πόλη» που διοργάνωσε ο Σύνδεσμος Υποτρόφων Ιδρύματος Ωνάση στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στις 26 Νοεμβρίου 2013)

Η δεσπόζουσα ρητορική για την Αθήνα, την περίοδο λίγο πριν την αλλαγή της χιλιετίας και κατά την προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων, ενέταξε την Αθήνα σε ένα πλαίσιο μητροπολιτικής κουλτούρας παρόμοιο με αυτό που είχε ήδη αναπτυχθεί σε άλλες μεγάλες μητροπόλεις – όχι απαραίτητα Ευρωπαϊκές – συχνά λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της διαρκούς ανακατασκευής και των ‘μπαλωμάτων’ της πρωτεύουσας. Δέκα και πλέον χρόνια πριν, την περίοδο όπου ένα μέρος του δημόσιου λόγου και συχνά και της καλλιτεχνικής πρακτικής μιλούσαν για τη «μετάβαση της Αθήνας», για την Αθήνα που ‘κατά λάθος’ έγινε μητρόπολη ή εν γένει για τη «νέα φαντασιακή της εικόνα»,(1) ο ελληνικός κινηματογράφος, προ «νέου κύματος» και προ «weird wave», ήταν σε μια έντονη διαλογική σχέση με την πόλη.

Κοιτώντας σήμερα πίσω, από κάποια σχετική απόσταση, ο κινηματογράφος της περιόδου μας δίνει μια διπλή πρόσβαση στον τότε αστικό χώρο: σαφώς έχει καταγράψει την πόλη ως αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό γεγονός, αλλά ταυτόχρονα έχει αποτυπώσει τους λόγους γύρω από αυτήν και έχει συμβάλλει στη διαμόρφωσή τους (μέσα από τη mise en scène και εν γένει το ύφος και την αφήγηση). Κυρίως όμως δίνει πρόσβαση στα απομεινάρια ενός άλλου παλαιότερου αστικού φαντασιακού, αλλά και πρόσβαση σε θραύσματα εικόνων που έδειχναν προς το τότε μέλλον. Η κριτική εξέταση των κινηματογραφικών εικόνων της Αθήνας στο τέλος της δεκαετίας του ’90 και στις αρχές του 2000 μπορεί να ερμηνεύσει αυτό που φαινόταν, και κυρίως αυτό που είχε επιλεγεί να μη φαίνεται, αλλά και να αναδείξει αυτό που κατά λάθος παρείσφρησε ως αστικό περισσευούμενο και ως κινηματογραφικό πλεόνασμα, δείχνοντας προς μια μη αναμενόμενη κατεύθυνση. Η ανάλυση των «εικόνων» «μας επιτρέπει», όπως λέει ο Pierre Sorlin, «να ξεπεράσουμε την αντίθεση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αναπαράσταση. Οι εικόνες δεν συνιστούν την πραγματικότητα, αλλά τη μοναδική μας πρόσβαση σε αυτή».(2) Ο κινηματογράφος λοιπόν αποδεικνύεται το χρήσιμο εργαλείο καταγραφής όχι μόνο του ορατού, αλλά και του αθέατου των πόλεων και του αστικού τρόπου ζωής. ... More


(Editor’s note: The following text is excerpted from the introduction of Masculinity and Gender in Greek Cinema by Achilleas Hadjikyriacou. Reprinted by permission of Bloomsbury Publishing, © 2013).

Between the end of the civil war (1949) and the Colonels’ military coup (1967), Greece went through tremendous political, economic and social transformations which inevitably influenced gender identities and relations. During the same period, Greece also witnessed an unparalleled bloom in cinema productions. Based on the recently established paradigm that cinema and popular culture viewed as social institutions can inform a historical project, this book explores the relationship between Greek cinema and the society within which it was created and viewed with an emphasis on gender issues. This exploration focuses on the ways in which a specific social context informed popular cinema productions and vice versa. The investigation of the interaction between social and filmic worlds aims to provide insights into how masculinity and gender relations as social, cultural and visual products were negotiated and transformed. As far as masculinity is concerned, there is a particular focus on the analysis of the processes through which a state of a crisis may ensue. Such a crisis could be defined as a state in which the definition of masculinity becomes obscured, uncertain and problematic, causing men to feel uncertainty and anxiety about what constitutes their gender identity.

More precisely, this book explores firstly how Greek popular films of the time represented masculinity and gender relations within a context of negotiation between tradition and modernity. It also addresses how class and locality were represented in relation to gender identities. Additionally, throughout this exploration, the ways in which cultural transfers impacted cinematic images are under scrutiny. Importantly, the question of how masculinity is represented in films is paired with an investigation into how these representations relate to their historical context.
... More


(Σημ. Επιμ.: Το ακόλουθο κείμενο είναι η ομιλία που ο σκηνοθέτης Ηλίας Δημητρίου εκφώνησε στο πλαίσιο εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2013 στο Μέγαρο Μουσικής, όπου σκηνοθέτες της νεότερης γενιάς προσκλήθηκαν να μιλήσουν για μια ταινία συναδέλφου τους)

Πρώτα απ’ όλα θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές αυτής της εκδήλωσης. Όμως, η αλήθεια είναι πως με παραξένεψε πολύ αυτή η πρόσκληση. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν πως ΔΕΝ είναι η δουλειά μου να μιλώ για τις ταινίες άλλων συναδέλφων… Φυσικά και μιλάμε για τις ταινίες! Τις κρίνουμε αυστηρά, με αιχμηρά, πολλές φορές, σχόλια, κι άλλοτε τις θαυμάζουμε, αλλά πάντα μεταξύ μας. Αυτό που κάνουμε πολύ συχνά είναι να μιλάμε για τη δική μας ταινία σε φεστιβάλ, σε συνεντεύξεις στα μέσα ενημέρωσης και άλλες εκδηλώσεις. Το να μιλήσεις όμως για την ταινία κάποιου άλλου αποδείχτηκε, για μένα τουλάχιστον, πολύ δύσκολο. Τι πρέπει να πω; Πώς να την παρουσιάσω; Ποια ταινία να διαλέξω για να μιλήσω; Και πρέπει να πω πως δυσκολεύτηκα ΠΟΛΥ να διαλέξω…

Ευτυχώς ή δυστυχώς μου έβαλαν τους όρους: να είναι μια ταινία ΜΕΤΑ τον Κυνόδοντα. Λέω δυστυχώς γιατί πολλές υπέροχες ταινίες γυρίστηκαν ΠΡΙΝ τον Κυνόδοντα. Και ίσως να είναι πολύ καλύτερες από αυτές που γυρίστηκαν μετά. Δεν ξέρω, επίσης – αν και είμαι κι εγώ ένας από τους θαυμαστές του Κυνόδοντα – αν αυτή η ταινία πρέπει να αποτελέσει τέτοιο σταθμό ώστε να μιλάμε για προ Κυνόδοντα και μετά Κυνόδοντα εποχή. Ας είναι όμως…
... More


Can a story be told before it has happened?

When the first “Balkan Survey” sidebar was added to the structure of the Thessaloniki International Film Festival, in November 1994, it was at a difficult time. The war in nearby Bosnia was at its peak, with the siege of Sarajevo having lasted already two and a half years, with no end in sight.

Some horrible things were happening at that distant moment in the former Yugoslav lands. It must have been around that time that Esma, a Muslim woman from Sarajevo, was violated in a camp, alongside many other women, and ended up pregnant with an unwanted child, one that she would chose to bear and then learn to love. Twelve years later, in 2006, this child – Sara, a daughter – would confront Esma in the Sarajevo suburb of Grbavica, demanding to know more of her origins. And Esma would need to face reality; the lie she maintained for years in order to ensure Sara’s wellbeing had to be dropped in favour of revealing the dreadful truth of her daughter’s origin.

Rapes were still being committed in Bosnia at the time of the first “Balkan Survey”. The men who perished at Srebrenica in 1995 were still alive.
... More


Wag the Dog : A Study on Film and Reality is a book that explores the evolving relation between cinema and reality through the close study of Barry Levinson’s film Wag the Dog (New Line Cinema, 1997). Eleftheria Thanouli maintains a dual focus throughout this monograph; she analyzes Wag the Dog as a case study and also the cinema/reality interplay that is reflected in and reflects upon the film.

According to Thanouli, Wag the Dog allows us to reconsider the ways in which art imitates life and vice-versa. The film tells the story of an American president who stages a fake war against a distant foreign country to keep public attention away from his sexual life. Released in the theatres a few weeks before the outbreak of the Monica Lewinsky scandal in the press, the film accidentally reduced the distance between reality and fiction. The real life occurrences, namely President Clinton’s sexual affair with a White House intern and his subsequent attacks against foreign distant targets, seemed outright inspired by the movie plot, causing the film to become a popular entry in the political and cultural dictionary worldwide.
... More


Το 54ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1-10 Νοεμβρίου 2013) θα μείνει στην ιστορία ως το «Φεστιβάλ του Jim Jarmusch». Τόσο γιατί το ίδιο το όνομα και το έργο του Jarmusch είναι σημεία αναφοράς στον κόσμο του ανεξάρτητου σινεμά διεθνώς, όσο και γιατί το υπόλοιπο Φεστιβάλ, σε επίπεδο ταινιών, δημιουργών και δράσεων, κινήθηκε μάλλον σε χαμηλές ταχύτητες. Παρά την ενθουσιώδη προσέλευση των θεατών στις προβολές – πολλές από τις οποίες ήταν sold-out – και τη γενικότερη σινεφίλ διάθεση του κοινού, ιδίως του νεαρόκοσμου που γέμισε τις αίθουσες σε ποσοστό που έφτασε το 90%, το πρόγραμμα του Φεστιβάλ παρέμεινε σε αναμενόμενα επίπεδα, χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις σε ταινίες, σε νέες κινηματογραφίες ή σε πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς.

Jim Jarmusch και Δημήτρης Εϊπίδης

Ο Jim Jarmusch, ο «πρίγκιπας του ανεξάρτητου σινεμά», υπήρξε ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής της Θεσσαλονίκης, την οποία επισκέφθηκε για ένα διήμερο ως επίσημος προσκεκλημένος, ενισχύοντας τη σινεφιλική ατμόσφαιρα. Στο Φεστιβάλ έκανε την πρεμιέρα της και η νέα του ταινία, Only Lovers Left Alive / Μόνο οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί, που άνοιξε την αυλαία στο Ολύμπιον. Η παρουσία του Jarmusch στη σκηνή – έπειτα από μια επεισοδιακή παρέλαση επισήμων που ξεσήκωσαν την οργή των θεατών με τον ξύλινο λόγο τους περί κινηματογράφου – ηρέμησε τα πνεύματα και επανέφερε το Φεστιβάλ στους γνώριμους, μυσταγωγικούς ρυθμούς της σκοτεινής αίθουσας.
... Περισσότερα


The 54th Thessaloniki International Film Festival (1-10 November 2013) will undoubtedly be remembered as “the festival of Jim Jarmusch”. Not only because the very name and the films of Jarmusch are benchmarks of independent cinema worldwide, but also because the rest of the Festival developed in a quite moderate way in terms of films, filmmakers and events. Despite the crowds that were gathered outside the festival’s ticket glass cubes, the viewers’ enthusiasm during the screenings (most of which were sold out) and the overall cinephilic mood of the public, especially among young people who packed the venues in large numbers (more than 90%), the Festival programme was rather predictable, with no particular surprise regarding films, emerging national cinemas or groundbreaking film trends.

Jim Jarmusch and Dimitris Eipides

Jim Jarmusch, the legendary “prince of independent cinema”, was the undisputed protagonist of Thessaloniki, where he was invited to attend the Festival as an honored guest, a fact that enhanced the overall cinephilic atmosphere. Jim Jarmusch’s new film Only Lovers Left Alive premiered in Thessaloniki, opening the Festival at the Olympion Theatre. After an eventful parade of public officials, who annoyed viewers with their impersonal speeches about the future of cinema, Jarmusch managed to calm the spirits and to bring the Festival back to its familiar, mystical rhythms of the viewing experience.
... Read more