ISSN: 2241-6692

BLOG - January 2016

On January 11, 2016, while the planet flooded social media with expressions of grief following the death of David Bowie, Greek audiences were struck by the loss of one of their own, native “starmen.” Nikos Panayotopoulos, one of the most original filmmakers who radically transformed the history of Greek cinema after the regime change in the 1970s, did die in Athens, ironically self-fulfilling the chronicle of the death foretold that is condensed in the title of one of his films; but then, of course, subtle irony, playful melancholy, and this glorious sense of unbearable lightness was the most distinctive feature of his cinematic gaze. In lieu of a conventional obituary, Athena Kartalou’s article “Nikos Panayotopoulos’s Athens: From Relic of Antiquity to Hipster Urban Refuge” (first appeared in World Film Locations: Athens, published in 2014 by Intellect Books, edited by Anna Poupou, Afroditi Nikolaidou, and Eirini Sifaki) attempts to shed new light on the director's legacy.

Nikos Panayotopoulos [was] one of the most prolific directors in Greek cinema: he has produced fifteen films in 39 years, starting in 1974, an emblematic year both for the state affairs in Greece – the fall of the dictatorship – and for Greek cinema itself – the end of the studio era. Over these years, Panayotopoulos has created his own, unique cinematic universe, which carries the seal of an auteur veritable: somehow and obliquely a step away from the others, nevertheless ironic, and, almost always, unconventional and unpredictable.

His strongest and most recognizable auteur characteristic, however, is the creation of a self-reflective cinema under the influence – but not a strictly imitative one – of the French nouvelle vague. Even when, in the late 90s, he began observing a “normalized,” non-arbitrary narrative flow, that was only the pretext for developing further a personal cinematic apparatus consisting of genre exploitation and pastiche, ironic glances both at his surrounding reality and cinema itself, and a dominative set of high production values with an emphasis on the visual through art direction and cinematography. ... More


Στο 56ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου απένειμε το καθιερωμένο, ετήσιο βραβείο της στη δεύτερη ταινία του Αλέξη Αλεξίου με τίτλο Τετάρτη 04:45. Λίγο πριν την κυκλοφορία της ταινίας σε DVD και Blu-ray που έχει προγραμματιστεί για τη δεύτερη εβδομάδα του Ιανουαρίου, o σκηνοθέτης συνομιλεί με τη Μαρία Χάλκου για ένα προσωπικό σινεμά είδους και για την οικουμενικότητα της δυστοπίας στην παρούσα χρονική συνθήκη, για τα αστικά και τα εσωτικά τοπία (για να δανειστούμε τα λόγια του Αργύρη Χιόνη), για το χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου του ελληνικού μοντερνισμού και, εν τέλει, για τη σύγκλιση αισθητικής και ηθικής μέσα και πέρα από τον κινηματογράφο.

Μαρία Χάλκου: Αλέξη, σε μια εποχή που το ελληνικό art-house συγκεντρώνει το διεθνές ενδιαφέρον, με την Τετάρτη 04:45 επιλέγεις να ασχοληθείς με μια ταινία «είδους» και μάλιστα με ένα νεο-νουάρ. Γιατί «είδος» και γιατί νουάρ;

Αλέξης Αλεξίου: Αγαπώ το σινεμά «είδους». Το είδος σού προσφέρει έναν χάρτη, ένα blueprint για να στήσεις μια ιστορία. Με ενδιαφέρει η καθαρότητα της φόρμας του, η δυναμική που κρύβει στα αφηγηματικά μοτίβα και στις δοκιμασμένες συμβάσεις του, αλλά και η «ειλικρίνεια» των προθέσεών του. Ένας αγνός θεατής-παιδί που μεγαλώνει μέσα από τις κινηματογραφικές εικόνες δεν αντιλαμβάνεται το σινεμά τόσο ως «τέχνη», αλλά ως εμπειρία με συγκεκριμένα συγκινησιακά χαρακτηριστικά: γέλιο, φόβος, αγωνία, κ.λπ. Τα κινηματογραφικά είδη, ιδανικά, στοχεύουν ακριβώς εκεί, στην καθαρότητα της εμπειρίας, στα πρωταρχικά αυτά «παιδικά» συναισθήματα. Γιατί νουάρ; Η γέννηση της γκανγκστερικής ταινίας γίνεται στα τέλη της δεκαετίας του ’20, μέσα στην οικονομική κρίση. Η κρίση είναι ένα προσδιοριστικό στοιχείο του είδους, όπως ο υπόκοσμος, η πόλη, η άνοδος και η πτώση του ήρωα – στοιχεία εντέλει ταιριαστά με τη φαντασιακή άνοδο και την πολύ κυριολεκτική πτώση μιας χώρας. ... More