ISSN: 2241-6692

BLOG

04/11/2017
Φεστιβάλ εναντίον... φεστιβάλ: 40 χρόνια από το Αντιφεστιβάλ Κινηματογράφου 1977

Σεπτέμβριος του 1977, παραμονές του 18ου Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου. Το 6ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου, με διαγωνιστικό τμήμα μόνο για ταινίες μικρού μήκους, που τότε διεξαγόταν μία βδομάδα νωρίτερα από το ελληνικό, έχει μόλις φέρει στη Θεσσαλονίκη τη μεγάλη χολιγουντιανή σταρ Ρίτα Χαίηγουωρθ. Η πάλαι ποτέ «Gilda», στη δύση της καριέρας της, επισκέπτεται την πόλη ως επίτιμη προσκεκλημένη της διοργάνωσης.

Τις ανταποκρίσεις του τοπικού Τύπου για μια «επιτυχημένη διοργάνωση», με «πολλές και αξιόλογες ταινίες μικρού μήκους» και «δημοφιλείς ξένους πρωταγωνιστές» διαδέχτηκε μια ξαφνική αλλαγή σκηνικού. Σε οργισμένη ανακοίνωσή της, η ΔΕΘ ―επίσημος διοργανωτής τότε του φεστιβάλ― καταγγέλλει μεθοδεύσεις Ελλήνων σκηνοθετών για αντιφεστιβάλ ελληνικού κινηματογράφου, που απειλεί την υλοποίηση της επερχόμενης διοργάνωσης. «Είναι κίνηση κατά του φεστιβάλ και επιχειρείται κατά της νοημοσύνης και ανοχής των Θεσσαλονικέων», αναφέρει η πρωτοσέλιδη ανακοίνωση της ΔΕΘ στην εφημερίδα Μακεδονία, όπου χαρακτηρίζει το Αντιφεστιβάλ 1977 «κομματική καθαρά γιορτή, σαν αυτές που γίνονται σε άλση και κήπους»,i καταγγέλλοντας την πρωτοβουλία μιας ομάδας διακεκριμένων Ελλήνων δημιουργών (Αγγελόπουλος, Βούλγαρης, Τάσιος κ.ά.) να προσπεράσουν την επίσημη διοργάνωση και να προβάλουν τις ταινίες τους σε αντιφεστιβάλ στο «Ράδιο Σίτυ».

Πρόκειται για μία κίνηση της κινηματογραφικής πρωτοπορίας της εποχής, που, έπειτα από αρκετά χρόνια διαμαρτυριών απέναντι στους διοργανωτές για φαινόμενα υποβάθμισης των σκηνοθετών, υποχρηματοδότησης και λογοκρισίας του έργου τους, πραγματοποιεί εν τέλει την απειλή της να απέχει από το ελληνικό τμήμα του φεστιβάλ, το οποίο γνωρίζει μία από τις περιπετειώδεις στιγμές στην ιστορία του.

Το Αντιφεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (3-9 Οκτωβρίου 1977), το «ανεξάρτητο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου», όπως ονομάστηκε από τους κινηματογραφιστές, θα συγκεντρώσει τις πιο ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές επιλογές και τελικά θα μείνει στις συνειδήσεις κοινού και δημιουργών ως το «πραγματικό φεστιβάλ του 1977». Ένα αντιφεστιβάλ με κορυφαία κινηματογραφικά ονόματα: Με πρόεδρο της οργανωτικής επιτροπής τον Παύλο Ζάννα, επικεφαλής της προκριματικής επιτροπής τον σκηνοθέτη Ροβήρο Μανθούλη και με ταινία έναρξης τους Κυνηγούς του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

Οι περισσότεροι Έλληνες δημιουργοί αποφασίζουν να αποσύρουν τις ταινίες τους λίγο πριν την έναρξη του 18ου Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου. Το επίσημο φεστιβάλ διεξάγεται σε σχεδόν άδειες αίθουσες προβολών, με ελάχιστες ελληνικές ταινίες (ανάμεσά τους και κυπριακές, που «πολιτογραφήθηκαν» ελληνικές προκειμένου να διαγωνιστούν), σε κλίμα αποδοκιμασίας από κριτικούς και θεατές. «Επειδή ξημεροβραδιαζόμουν στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών όλο το δεκαήμερο του φεστιβάλ —αυτό το πανηγύρι ήταν δικό μου!—, θυμάμαι ότι επικρατούσε νεκρική σιγή, μέσα κι έξω από την αίθουσα. Η δε αίθουσα την πρώτη μέρα, όταν μπήκαμε από περιέργεια, ήταν κενή… Οι διοργανωτές είχαν φέρει υπαλλήλους με προσκλήσεις, προσπαθώντας να δείξουν ότι κάτι γίνεται. Ήταν μια θλιβερή εικόνα, έμοιαζε με μνημόσυνο!», θυμάται ο συγγραφέας Νίκος Γκροσδάνης, μιλώντας στο Θεσσαλονικέων Πόλις.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο κριτικός κινηματογράφου Μπάμπης Ακτσόγλου, στην επετειακή έκδοση για τα 30 χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, «για να καλυφθεί όπως όπως πρόγραμμα μιας εβδομάδας, υποχρεώνονται τρεις παραγωγές του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου να προβληθούν υποχρεωτικά στο επίσημο Φεστιβάλ (εξαίρεση το Ανοιχτό παράθυρο του Ερμή Βελλόπουλου, που ο δημιουργός της είχε ταχθεί έγκαιρα κατά του αντιφεστιβάλ), ξεθάβονται διάφορα ντοκιμαντέρ και ταινίες της εμπορικής παραγωγής, που άλλες χρονιές θα απορρίπτονταν από την προκριματική, προστίθενται μερικές κυπριακές ταινίες και δίνονται πολλές υποσχέσεις στους "μικρομηκάδες" για να δελεαστούν».

Η μόνη ταινία που, σύμφωνα με τους κριτικούς, σώζει το κύρος του φεστιβάλ είναι η Ιφιγένεια του Μιχάλη Κακογιάννη, ο οποίος ωστόσο μήνυσε την οργανωτική επιτροπή, επειδή η ταινία του συμπεριελήφθη στο πρόγραμμα παρά τη θέλησή του. Τελικά, ο Κακογιάννης δεν καταφέρνει να ματαιώσει την προβολή της, αλλά αρνείται να διεκδικήσει οποιοδήποτε βραβείο. Επίσης, απαγορεύει στους ηθοποιούς του να παραστούν στην πρεμιέρα της ταινίας στη Θεσσαλονίκη, ενώ στέλνει αυστηρή δήλωση στον Τύπο, κάνοντας λόγο για μια «αλυσοδεμένη Ιφιγένεια», «ορφανεμένη όχι μόνο από μένα αλλά και από τους ηθοποιούς της και όλους τους συνεργάτες μου, που μόχθησαν για να της δώσουν ζωή».ii

Στιγμιότυπο από τη δεξίωση που παρατέθηκε προς τιμήν της Rita Hayworth, επίτιμης προσκεκλημένης στο 6ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (ΠΗΓΗ: © Φωτογραφικό Αρχείο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης)

Μια προαναγγελθείσα ρήξη

Το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου μετατρέπεται από πεδίο κινηματογραφικής επίδειξης σε πεδίο πολιτικής διαμαρτυρίας. Ωστόσο, η ρήξη των Ελλήνων κινηματογραφιστών με το επίσημο φεστιβάλ δεν αποτελεί «κεραυνό εν αιθρία» στην ιστορία του θεσμού. Αντίθετα, προκύπτει ως φυσικό επακόλουθο μιας σειράς έντονων αντεγκλήσεων και αντιδράσεων του κινηματογραφικού κόσμου απέναντι στους διοργανωτές του φεστιβάλ, που ξεκινά στα χρόνια της δικτατορίας και κορυφώνεται στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Οι καταγγελίες κάνουν λόγο για εκτεταμένα φαινόμενα λογοκρισίας, «κομμένους» σκηνοθέτες και σταδιακό αποκλεισμό των κινηματογραφικών σωματείων από τις επιτροπές του φεστιβάλ.

Η συντονισμένη διοργάνωση του Αντιφεστιβάλ 1977 από εκείνους που ξεκίνησαν το επίσημο φεστιβάλ, σχεδόν δύο δεκαετίες νωρίτερα, και η ένθερμη υποστήριξή του όχι μόνον από τους κινηματογραφιστές, αλλά από το σύνολο του καλλιτεχνικού κόσμου της εποχής, αντικατοπτρίζει σε πρώτη ανάγνωση τις ισχυρές αντιφάσεις που διέπουν την εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή, η οποία διανύει καθοδική πορεία. Στο προσκήνιο αναδύεται το μοντέλο του ανεξάρτητου κινηματογραφιστή-παραγωγού, που χρησιμοποιεί διαφορετικά εκφραστικά μέσα και θεματικές για να εκφράσει τα πολιτισμικά και κοινωνικά αδιέξοδα της εποχής, το οποίο έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με το —έως τότε κυρίαρχο— μαζικό μοντέλο της πληθωριστικής παραγωγής, που εμμέσως πλην σαφώς στηρίζει την επίσημη κρατική ιδεολογία.

Παράλληλα, οι αντιδράσεις των κινηματογραφιστών απηχούν την πολιτική διάσταση του θεσμού και την ενεργό συμμετοχή τους στη διαμόρφωση του μεταπολιτευτικού πολιτικού λόγου, ο οποίος προάγεται μέσα από τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο. Ταυτόχρονα, σηματοδοτούν ένα κομβικό σημείο στην ιστορία του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, στο οποίο ο έντονα πολιτικοποιημένος, προοδευτικός λόγος των νέων δημιουργών, που έως εκείνη τη χρονική στιγμή αρθρώνεται κυρίως μέσα από τις ταινίες τους, βγαίνει εκτός οθόνης και μετουσιώνεται —για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλη έκταση— σε πολιτική πράξη και διαμαρτυρία. Η αναμέτρηση ανάμεσα στον λεγόμενο «εμπορικό», δημοφιλή κινηματογράφο του ’60 και τον αναδυόμενο καλλιτεχνικό κινηματογράφο, που εμφανίζεται λίγο πριν τη δικτατορία και δεσπόζει έκτοτε στην ατζέντα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, δεν αφορά μόνο σε διαφορά αισθητικής αντίληψης για την τέχνη και τη γλώσσα του σινεμά. Αντίθετα, αποτελεί ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα, που παραπέμπει στο υπαρκτό πρόβλημα της χειραγώγησης του κινηματογραφικού λόγου και της άσκησης πολιτικής πολιτισμικού εθνικισμού από το επίσημο κράτος κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσηςiii (προληπτική λογοκρισία, περικοπή κονδυλίων για το σινεμά, ενίσχυση της κρατικής εποπτείας στην κινηματογραφική παραγωγή, μείωση της εκπροσώπησης των κινηματογραφιστών κτλ), η οποία ασκείται διά του φεστιβάλ.

Ήδη το 15ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου (1974) καταγράφεται ως «το πιο επεισοδιακό φεστιβάλ στην έως τότε ιστορία του θεσμού λόγω των έντονων αντεγκλήσεων ανάμεσα σε κοινό, επιτροπές και κινηματογραφιστές».iv Η κριτική επιτροπή, διά του προέδρου της Παύλου Ζάννα, ανακοινώνει δημόσια την ανάγκη να αναμορφωθεί ο θεσμός και ζητά από τους υπεύθυνους φορείς (ΔΕΘ και Υπουργείο Βιομηχανίας) «να έρθουν σε συνεννόηση με τους ανθρώπους του κινηματογράφου και τα συλλογικά τους όργανα», να ενισχύσουν οικονομικά τις ταινίες και να αποσυνδέσουν τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα από τα βραβεία του φεστιβάλ. Η επιτροπή διαμαρτύρεται επίσης για τις καταπιεστικές συνθήκες απέναντι στους δημιουργούς και διεκδικεί την κατάργηση του νόμου περί λογοκρισίας, τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων της επιτροπής ελέγχου ταινιών, όπως επίσης και την κατάργηση της γνωμοδοτικής επιτροπής κινηματογραφίας, η οποία λογοκρίνει τις ταινίες που επρόκειτο να προβληθούν στο φεστιβάλ.

Μία χρονιά αργότερα, το 1975, στο 16ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, ο κινηματογραφικός κόσμος προχωρά ένα βήμα πιο κοντά στη ρήξη. Η οργανωτική επιτροπή του 16ου Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου δίνει το δικαίωμα στους «κομμένους» σκηνοθέτες να διοργανώσουν ένα μικρό αντιφεστιβάλ στον κινηματογράφο «Φαργκάνη», όπου προβάλλονται οι ταινίες που αποκλείστηκαν. Επίσης, το κοινό του Β΄ εξώστη βρίσκεται σε μία από τις πιο δυναμικές του περιόδους, καθώς διεκδικεί —και πετυχαίνει— να εξασφαλίσει φθηνότερα εισιτήρια για την είσοδο στις προβολές.

Διακοπή προβολής από τους θεατές με διαμαρτυρίες για τα λίγα εισιτήρια που δόθηκαν στο 16ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου (1975) (ΠΗΓΗ: © Φωτογραφικό Αρχείο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης)

Η επόμενη χρονιά (1976) σημαδεύεται και πάλι από κρίση ανάμεσα στο Υπουργείο Βιομηχανίας και στους Έλληνες σκηνοθέτες, που διαμαρτύρονται για την πρόθεση του πρώτου να καταργήσει τα χρηματικά βραβεία για οικονομικούς λόγους, επικαλούμενο μέτρα λιτότητας και τη συνακόλουθη μείωση της κρατικής επιχορήγησης προς το φεστιβάλ. Οι κινηματογραφιστές απειλούν και πάλι με τη διοργάνωση αντιφεστιβάλ, που τελικά αποφεύγεται. Το 17ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου διεξάγεται κανονικά, αφού οι σκηνοθέτες έρχονται σε συμβιβασμό με τους διοργανωτές, οι οποίοι δεσμεύονται να υλοποιήσουν κάποια από τα αιτήματά τους. Ωστόσο, το Υπουργείο Βιομηχανίας δεν διαθέτει τελικά όλα τα χρηματικά βραβεία, για οικονομικούς λόγους. Η αρνητική αυτή εξέλιξη προκαλεί την «πυροσβεστική» παρέμβαση του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης, που δίνει πίστωση 200.000 δραχμών στην κριτική επιτροπή του φεστιβάλ, προκειμένου να χορηγήσει κατά την κρίση της τα δέκα βραβεία που δεν συνοδεύτηκαν από χρηματικό έπαθλο.

Η κατάσταση πυροδοτεί τις έντονες διαμαρτυρίες της κριτικής επιτροπής του φεστιβάλ. Σε ανακοίνωσή της η πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Μελίνα Μερκούρη, εκφράζει ομόφωνα την ανησυχία της για την αιφνιδιαστική περικοπή των χρηματικών επάθλων από το Υπουργείο Βιομηχανίας για τις ταινίες μεγάλου μήκους. Επίσης, δηλώνει ότι «συμμερίζεται τις έγγραφες διαμαρτυρίες των ενδιαφερομένων επαγγελματικών σωματείων σκηνοθετών, ηθοποιών και τεχνικών κινηματογράφου». Ωστόσο, «προκειμένου να διασωθεί ο ζωτικός θεσμός του ελληνικού φεστιβάλ κινηματογράφου», όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, η κριτική επιτροπή δέχεται να προχωρήσει στο έργο της, έπειτα από μία ακόμη δέσμευση του Υπουργείου Βιομηχανίας να επαναφέρει όλα τα χρηματικά έπαθλα από την προσεχή χρονιά.

Διαμαρτυρία εν μέσω προβολής και αιτήματα για «ένα λαϊκό φεστιβάλ» από τους θεατές του Β΄ εξώστη (16ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, 1975) (ΠΗΓΗ: © Φωτογραφικό Αρχείο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης)

Επεισοδιακές προβολές

Η απειλή των κινηματογραφιστών για αντιφεστιβάλ γίνεται πραγματικότητα το 1977, εξαιτίας της αιφνίδιας τροποποίησης του κανονισμού του φεστιβάλ τον Ιούλιο του 1977. Ο νέος κανονισμός, που δημοσιεύει στον Τύπο η διοργανώτρια ΔΕΘ, ορίζει την οργανωτική επιτροπή χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη γνώμη των κινηματογραφικών σωματείων, ενώ παράλληλα ανακοινώνει τον περιορισμό των χρηματικών βραβείων σε έξι. Ταυτόχρονα, η νέα σύνθεση του Δ.Σ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου δεν περιλαμβάνει κανέναν κινηματογραφιστή ή κριτικό κινηματογράφου.

Ο κινηματογραφικός κόσμος κινείται συντονισμένα και, μέσω των έξι ενδιαφερόμενων επαγγελματικών σωματείων —Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, ΕΤΕΚΤ, Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ), Ένωση Μουσικοσυνθετών και Στιχουργών Ελλάδος, Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) και Σύνδεσμος Παραγωγών— προχωρά στη συγκρότηση συντονιστικής επιτροπής, που αποφασίζει να διοργανώσει αντιφεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 1977, αμέσως μετά τη λήξη του επίσημου θεσμού.

Η ΔΕΘ και το Υπουργείο Βιομηχανίας προσπαθούν να εμποδίσουν το αντιφεστιβάλ με δικαστικά μέτρα και ανακοινώσεις στον τοπικό Τύπο, όπου καταγγέλλουν την πρωτοβουλία των κινηματογραφιστών ως «κομματική γιορτή» και «πανηγύρι της εξτρεμιστικής Αριστεράς και περιστασιακών συνεταίρων της». Οι τοπικές εφημερίδες στηρίζουν τους διοργανωτές και συνηγορούν με πρωτοσέλιδα που αναφέρονται σε «συστηματική και οργανωμένη πολεμική εναντίον του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου». «Καμία εφημερίδα στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν υπέρ αυτού του σκοπού. Απεναντίας, με λιβέλους, από το πρωί ώς το βράδυ, πολεμούν τους κινηματογραφιστές» αναφέρει ο συγγραφέας Νίκος Γκροσδάνηςv.

Είναι ενδεικτική η περίπτωση της εφημερίδας Μακεδονία που, παρά την απειλή του αντιφεστιβάλ, θριαμβολογεί για την πολύ καλή πορεία του επίσημου φεστιβάλ, που, όπως γράφει, «άρχισε με τις καλύτερες προϋποθέσεις». Παράλληλα, η Μακεδονία εξασφαλίζει πρωτοσέλιδη κάλυψη στις ανακοινώσεις της ΔΕΘ, οι οποίες κάνουν λόγο για μια προκλητική διοργάνωση, «προϊόν και αποτέλεσμα της συμπράξεως εκείνων που από χρόνια επιδιώκουν να μεταφέρουν το Φεστιβάλ στην Αθήνα και εκείνων που θέλουν να αποκομίσουν πολιτικά κέρδη από την κατάρρευση ενός επιτυχημένου πολιτιστικού θεσμού». Η ΔΕΘ ζητά μάλιστα εισαγγελική παρέμβαση, με την κατηγορία ότι η πρωτοβουλία των σωματείων «αποβλέπει στην οικονομική καταστροφή του κρατικού φεστιβάλ».vi

Απαντώντας στη ΔΕΘ, η συντονιστική επιτροπή των κινηματογραφιστών, σε ανακοίνωσή της, αναφέρει ότι «θεωρεί απαράδεκτο, ακόμη δημαγωγικό και ολοκληρωτικά ατεκμηρίωτο τον χαρακτηρισμό της εκδήλωσης σαν “κομματικής γιορτής”. Η συντονιστική επιτροπή καλύπτει όλα τα δημοκρατικά λειτουργούντα συνδικαλιστικά σωματεία (Σκηνοθετών, Τεχνικών, Ηθοποιών, Κριτικών, Μουσικών και Παραγωγών), τα οποία αυτά και μόνο συνιστούν το πραγματικό τους πρόσωπο».«Όσο για τη “νοημοσύνη” των Θεσσαλονικέων, αυτή έχει αποδειχτεί περίτρανα, κυρίως από την έμπραχτη περιφρόνηση που έδειξαν προς το θλιβερό και πραγματικά υποτιμητικό γι’ αυτούς περιεχόμενο του Φεστιβάλ της ΔΕΘ»,vii καταλήγει η ανακοίνωση.

Ο Γρηγόρης Δανάλης (αριστερά) και ο Παύλος Ζάννας στο Ράδιο Σίτυ, χαιρετίζοντας την έναρξη του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου 1977, γνωστού ως «Αντιφεστιβάλ 1977» (ΠΗΓΗ: © Φωτογραφικό Αρχείο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης)
Ο Παύλος Ζάννας (αριστερά) και ο Γρηγόρης Δανάλης απευθύνονται στο θερμό κοινό, που αγκάλιασε το «Αντιφεστιβάλ 1977». (ΠΗΓΗ: © Φωτογραφικό Αρχείο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης)

Αστυνομοκρατία και συγκρούσεις

Η σύγκρουση διοργανωτών και «αντιφεστιβαλιστών» διαλαμβάνει επεισοδιακό χαρακτήρα, που κορυφώνεται με αστυνομοκρατούμενες προβολές και δικαστικές διαμάχες ανάμεσα στις δύο πλευρές. Ο Κώστας Σταματίου έχει καταγράψει στην εφημερίδα Τα Νέα την τεταμένη ατμόσφαιρα της εποχής: «Εξαγριωμένοι από τη δική τους χρεοκοπία και την τεράστια επιτυχία της πρώτης μέρας του ανεξάρτητου Φεστιβάλ, οι γνωστοί παράγοντες της Θεσσαλονίκης βάλθηκαν να τιμωρήσουν το κινηματογραφόφιλο κοινό της συμπρωτεύουσας και να εκδικηθούν τους δημιουργούς. Με όλα τους τα μέσα»,viii αναφέρει χαρακτηριστικά, κάνοντας λόγο για την παραπομπή σε δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και κατόπιν αιτήσεως της ΔΕΘ, των Παύλου Ζάννα, Ντίνου Κατσουρίδη, Γιάννη Πετροπουλάκη, Απόστολου Κρυωνά και Γιώργου Καμπανέλλη, «διότι ―οι άθλιοι-― έκλεψαν από την Έκθεση τον τίτλο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, που είναι αποκλειστική ιδιοκτησία της. Η Έκθεση ζητάει να τους επιβληθεί προσωπική κράτηση 6 μηνών και χρηματική ποινή 10.000 σε έκαστον, αν δεν σπεύσουν να την προσκυνήσουν. “Σφάξε με, αγά μου”»ix.

Οι συγκρούσεις κλιμακώνονται με την ασφυκτική παρουσία της αστυνομίας μέσα στους κινηματογράφους και τις παντός είδους απαγορεύσεις εντός και εκτός αίθουσας. Ο συγγραφέας Νίκος Γκροσδάνης, μέλος του θρυλικού Β΄ εξώστη, που στήριζε εθελοντικά τη διοργάνωση, θυμάται το κυνηγητό ανάμεσα στην Αστυνομία και τους φοιτητές που κολλούσαν αφίσες για το Αντιφεστιβάλ 1977. Πρωταγωνιστής σ’ ένα τέτοιο περιστατικό υπήρξε και ο ίδιος, σε μια αφισοκόλληση στη φοιτητική γειτονιά της Μελενίκου. «Ξέρεις τι ξύλο έφαγα εκείνο το βράδυ; Όμως δεν τα παράτησα, ε, μεγαλύτερο πείσμα! Πήγα πιο κάτω και τους λέω “δώστε μου δύο ρολά αφίσες να κολλήσω”. Ήταν καταπληκτικό να βλέπεις μία νεολαία να έχει έναν ενθουσιασμό για κάτι που λες και αφορούσε τον καθένα προσωπικά!», λέει με συγκίνηση, καθώς θυμάται τον «ανελέητο αγώνα» των επίσημων διοργανωτών εναντίον των κινηματογραφιστών και όλων όσοι τους στήριζαν. «Η Αστυνομία και ο Εισαγγελέας, με παρότρυνση του Υπουργείου Βιομηχανίας και της ΔΕΘ, είπαν προς κάθε κατεύθυνση ότι “όποια βοήθεια χρειαστούν αυτοί, θα τους κόψετε!”». Ο ίδιος θυμάται τις «τρομακτικές πιέσεις προς τον τότε ιδιοκτήτη του «Ράδιο Σίτυ»: «Ο κ. Κατσίκας, που είχε τότε την εκμετάλλευση του “Ράδιο Σίτυ” και του “Έσπερου”, παρά τις απειλές που δεχόταν για τη ζωή του και την οικογένειά του (το φαντάζεστε;), πείσμωσε τόσο πολύ που έδωσε την αίθουσα στη μισή τιμή του ενοικίου. Ήταν μια πολύ τολμηρή απόφαση, ήθελε θάρρος και κουράγιο»x. Οι πιέσεις ήταν τόσο ασφυκτικές που «οι εφημερίδες της Θεσσαλονίκης φτάνουν στο σημείο όχι μονάχα να διαγράψουν το “Ράδιο Σίτυ” από τη στήλη των “θεαμάτων” αλλά ν’ αγνοήσουν και τον άλλον κινηματογράφο ιδιοκτησίας του, τον “Έσπερο”, από τη στήλη της εβδομαδιαίας παρουσίασης των νέων ταινιών», σύμφωνα με Τα Νέαxi.

Ο κριτικός κινηματογράφου Νίνος Φένεκ-Μικελίδης αναφέρεται σε ένα ακόμη περιστατικό βίας. «Στη σύγκρουση αυτή, οι διοργανωτές του φεστιβάλ έφτασαν στο σημείο να απαγορεύσουν στους κριτικούς της Πανελλήνιας Ενωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) να αναγγείλουν από σκηνής τα δικά τους βραβεία, μαζί με τα σωματεία των σκηνοθετών και των τεχνικών, όπως γινόταν κάθε χρονιά».xii Το αποτέλεσμα ήταν «ο βραβευμένος τότε Νίκος Παναγιωτόπουλος να σκύβει για να με βοηθήσει ν' ανεβώ στη σκηνή για να ανακοινώσω τα δικά μας βραβεία, ως πρόεδρος τότε της ΠΕΚΚ, ενώ αστυνομικοί προσπαθούσαν να μας εμποδίσουν».xiii

Οι προσπάθειες των διοργανωτών να ματαιώσουν την πρωτοβουλία των κινηματογραφιστών πέφτουν στο κενό. Όπως γράφει ο Μπάμπης Ακτσόγλου, αποτυπώνοντας την ιστορία του φεστιβάλ, «η ΔΕΘ προσπάθησε να σταματήσει με δικαστικά μέτρα την εκδήλωση, οι ιδιοκτήτες του “Ράδιο Σίτυ” δέχτηκαν απειλητικά τηλεφωνήματα, η αστυνομία κατέβασε από την πρόσοψη του κινηματογράφου πανό που έγραφε “Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου ’77”, αλλά όλα αυτά ήταν σπασμωδικές κινήσεις που δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν τη διεξαγωγή του Φεστιβάλ (για την οποία βοήθησαν εθελοντικά και πολλοί θεατές του Β΄ εξώστη)».xiv

Το Αντιφεστιβάλ 1977 θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου ως το «πραγματικό φεστιβάλ του 1977». Είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι το Αντιφεστιβάλ 1977 συμπεριελήφθη ως γεγονός στην επίσημη τεκμηρίωση της ιστορίας του φεστιβάλ, και στις δύο επετειακές εκδόσεις ― για τα 30 και για τα 50 χρόνια του θεσμού, που για το έτος 1977 κατέγραψαν δύο διοργανώσεις: το «επίσημο» 18ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και το Αντιφεστιβάλ 1977 στο «Ράδιο Σίτυ».

Για την τιμή του θεσμού

Εξάλλου, οι ίδιοι οι κινηματογραφιστές δεν εξέλαβαν την κίνησή τους ανταγωνιστικά προς το φεστιβάλ. Αντίθετα, θεώρησαν ότι με την πρωτοβουλία τους αυτή διασφάλιζαν τον θεσμό του φεστιβάλ και την ιστορική του συνέχεια. «Αυτό το φεστιβάλ, τόσο σαν πρόθεση όσο και σαν πραγμάτωση, δηλώνει την προσπάθεια της κινηματογραφικής πραγματικότητας να διαφυλάξει στο μέτρο του δυνατού το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο» διευκρινίζουν οι υποστηρικτές του εγχειρήματος στο έντυπο πρόγραμμα προβολών του αντιφεστιβάλ. Ο οπερατέρ Γρηγόρης Δανάλης, εκπρόσωπος της συντονιστικής επιτροπής του Αντιφεστιβάλ 1977, κατά την επίσημη έναρξη των εκδηλώσεων, ευχαριστεί τους Θεσσαλονικείς για τη συμπαράσταση. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής του Αντιφεστιβάλ 1977 Παύλος Ζάννας, που διαβεβαιώνει τους θεατές ότι η πρόθεση των σκηνοθετών δεν ήταν σε καμιά περίπτωση η απομάκρυνση του φεστιβάλ από τη Θεσσαλονίκη.

Σε ανακοίνωσή της στον Τύπο, η συντονιστική επιτροπή του Αντιφεστιβάλ 1977 διασαφηνίζει τις προθέσεις της: «Η Συντονιστική Επιτροπή, όχι μόνο με επανειλημμένες δηλώσεις, τις οποίες —δυστυχώς— ο Τύπος της Θεσσαλονίκης έχει αγνοήσει, αλλά και με την όλη ώς τώρα πρακτική της, έχει αποδείξει το αντίθετο: Ο μοναδικός της στόχος ήταν και είναι η διατήρηση και η συνεχής βελτίωση του θεσμού του Φεστιβάλ. Αν εφέτος αναγκάστηκε να καταφύγει σε μία χωριστή εκδήλωση, επωμιζόμενη όλα τα επακόλουθα βάρη, αυτό οφείλεται στην αδιαλλαξία του Υπουργείου Βιομηχανίας και της ίδιας της ΔΕΘ και στην άρνησή τους να τηρήσουν τον κοινής αποδοχής κανονισμό του Φεστιβάλ που ίσχυε όλα τα χρόνια της δημοκρατικής λειτουργίας του. Και παρά τις πρόσθετες θυσίες και προσπάθειες που απαιτούσε μία τέτοια απόφαση, η εκδήλωση πραγματοποιείται στην Θεσσαλονίκη.»xv

Σύσσωμος ο καλλιτεχνικός κόσμος της εποχής επιστρατεύεται για την οικονομική στήριξη του Αντιφεστιβάλ 1977. Στην Αθήνα διοργανώνεται εικαστική έκθεση στην γκαλερί Κρυωνίδη, όπου γνωστοί καλλιτέχνες (ανάμεσά τους οι Τσαρούχης, Φασιανός, Μποστ, Γαΐτης) προσέφεραν τα έργα τους, που πωλήθηκαν στο ήμισυ της τιμής τους για την ενίσχυση του αντιφεστιβάλ. Παράλληλα, με πρωτοβουλία και συμμετοχή της Μελίνας Μερκούρη, πραγματοποιείται μεγάλη συναυλία με μουσική και τραγούδια από τον ελληνικό κινηματογράφο (Θεοδωράκη, Ξαρχάκου, Λεοντή, Κηλαηδόνη, Λοΐζου, Σαββόπουλου, Καλδάρα, Μαμαγκάκη, Χατζηνάσιου, Μούτση) στο γήπεδο του Πανιωνίου. Επιπλέον, πραγματοποιείται ειδική προβολή της Μήδειας του Ζυλ Ντασσέν, με κόπια που παραχώρησαν η Μερκούρη και ο Ντασσέν και «ακριβό εισιτήριο, ώστε η οικονομική συνεισφορά στο φεστιβάλ να είναι σημαντική».xvi Σκηνοθέτες και ηθοποιοί (ανάμεσά τους και ο πολυβραβευμένος στο ελληνικό φεστιβάλ Θανάσης Βέγγος), στήριξαν οικονομικά το Αντιφεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, με φιλικό ποδοσφαιρικό αγώνα που έγινε στο γήπεδο του Πανιωνίου αποκλειστικά για τον σκοπό αυτόν.xvii

«Επιτέλους κινηματογράφος!»

Το Αντιφεστιβάλ 1977 σηματοδοτεί μια χρονιά σημαντικών ταινιών, που εδραιώνει παλιότερους δημιουργούς και υποδέχεται νέους. Τις εντυπώσεις κερδίζουν οι Κυνηγοί του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ταινία έναρξης του Αντιφεστιβάλ, σε μια πανηγυρική προβολή, κατά την οποία σημειώνεται κοσμοσυρροή. Πολλοί θεατές μένουν εκτός αίθουσας, γεγονός που οδηγεί τον ίδιο τον Αγγελόπουλο να υποσχεθεί επαναληπτική προβολή σε όλους όσοι δεν βρήκαν εισιτήριο.

Στην ανταπόκρισή του από το Αντιφεστιβάλ, ο κριτικός κινηματογράφου της Αυγής Μπάμπης Κομνηνός καταγράφει το ενθουσιώδες κλίμα: «Ατέλειωτες ουρές κάθε μέρα έξω από το “Ράδιο Σίτυ” για εισιτήρια, κατάμεστη η αίθουσα σε όλες σχεδόν τις προβολές, ατέλειωτες οι συζητήσεις κάθε μεσημέρι στο εστιατόριο “Όλυμπος-Νάουσα” και κάθε βράδυ μέχρι αργά μετά τα μεσάνυχτα στα διάφορα γνώριμα στέκια, στα λαϊκά κουτούκια ή στις κοσμικές ταβέρνες».xviii

«Επιτέλους, κινηματογράφος! Και τι κινηματογράφος! Και ελληνικός 100%! Μιλάω για τους Κυνηγούς του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που άνοιξαν χτες βράδυ το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου 1977, των δημιουργών του», γράφει στην εφημερίδα Τα Νέα» ο κριτικός Κώστας Σταματίου για το ανεξάρτητο Αντιφεστιβάλ. «Πρωτοφανής η κοσμοσυρροή στην ωραιότατη και μεγάλη αίθουσα του “Ράδιο Σίτυ”, όπου γίνεται η εκδήλωση. Οι περισσότεροι από τους υποψήφιους θεατές ―κυρίως νέοι― έμειναν απέξω. Το θαυμάσιο κοινό της Θεσσαλονίκης, που είχε συστηματικά μποϋκοτάρει το κυβερνητικό δήθεν Φεστιβάλ, έδωσε για μία ακόμη φορά την απόδειξη της ωριμότητάς του και της αγάπης του για τον ελληνικό κινηματογράφο», καταλήγει.xix

Στα βραβεία του Αντιφεστιβάλ 1977, που δεν συνοδεύονται από χρηματικά έπαθλα, ξεχωρίζει Το βαρύ πεπόνι του Παύλου Τάσιου, καθώς και πολλές αξιόλογες ταινίες μικρού μήκους. Οι αποφάσεις της κριτικής επιτροπής χειροκροτούνται από το κοινό, που συμμετέχει ενεργά και εθελοντικά στην άρτια διεξαγωγή της διοργάνωσης. Αίσθηση προκαλεί και το Vortex ή το Πρόσωπο της Μέδουσας του Νίκου Κούνδουρου, μια ταινία που έως τότε είναι απαγορευμένη από τη λογοκρισία και προβάλλεται στο Αντιφεστιβάλ εκτός συναγωνισμού. Προβάλλονται επίσης εκτός συναγωνισμού μία ταινία μεγάλου μήκους (Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι του Νίκου Αλευρά) και επτά ταινίες μικρού μήκους, οι οποίες είχαν απορριφθεί από την προκριματική επιτροπή, εγκαινιάζοντας έτσι τον μετέπειτα θεσμό του λεγόμενου «πληροφοριακού τμήματος».

«Υπήρχε ένας απίστευτος ενθουσιασμός! Ένιωθες όμορφα με ό,τι έβλεπες!» θυμάται συγκινημένος ο συγγραφέας Νίκος Γκροσδάνης. «Όλοι οι σκηνοθέτες έδωσαν τις ταινίες τους αφιλοκερδώς. Στους Κυνηγούς έγινε το αδιαχώρητο, με τους μυστικούς αστυνομικούς να τριγυρίζουν όρθιοι μες στην αίθουσα, χωρίς να καταλαβαίνουν το νόημα της ταινίας και απορώντας για τον ενθουσιασμό μας. Ήταν μια αστυνομοκρατούμενη εβδομάδα, που τη νιώθαμε σαν συνέχεια της χούντας. Δεν πιστεύαμε ότι βρισκόμασταν στη μεταπολίτευση και μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο. Και, όμως, συνέβη! Εμείς που βρεθήκαμε εκεί σαν θεατές, αλλά κι εκείνοι που έλαβαν μέρος, δεν θα ξεχάσουμε ποτέ αυτό το δεκαήμερο. Νιώθαμε σαν η πόλη να είχε απειληθεί από έναν αόρατο εχθρό, αλλά κρατούσε γερά τα τείχη της. Δεν εκφράζεται αυτό με λόγια. Ήταν κάτι που έπρεπε να το ζήσεις».

* Τα δημοσιεύματα των εφημερίδων που αναφέρονται στο άρθρο προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα Νίκου Γκροσδάνη, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για την ευγενική παραχώρηση του υλικού.


i Εφημερίδα Μακεδονία, 1.10.1977.

ii Βλ. «Αλυσοδεμένη η “Ιφιγένεια” στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Αυστηρή δήλωση του Μιχάλη Κακογιάννη», Τα Νέα, 26.9.1977.

iii Για την εξέλιξη της κινηματογραφικής πολιτικής στην Ελλάδα της δικτατορίας και τη δημιουργία ενός ασφυκτικού κανονιστικού πλαισίου για την κινηματογραφική πολιτική, που πραγματώνεται κυρίως μέσα από τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων για τον κινηματογράφο από το Υπουργείο Βιομηχανίας στο Υπουργείο Προεδρίας και τη θέσπιση μιας σειράς νομοθετημάτων για τη συγκρότηση επιτροπών που αδειοδοτούν με αυθαίρετα κριτήρια τη λήψη και προβολή κινηματογραφικών ταινιών βλ. αναλυτικότερα Μ. Α. Κοντού. Φυσιογνωμία και εξέλιξη της ελληνικής κινηματογραφικής πολιτικής. Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία. Θεσσαλονίκη: 2012, Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, σελ. 37-45. Διαθέσιμη διαδικτυακά: http://ikee.lib.auth.gr/record/131428/files/kontou.pdf

iv Βλ. λεπτομέρειες σχετικά με τη διοργάνωση του 15ου Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στο: Ι. Ταξοπούλου (επιμ.). 50 χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1950-2009). Θεσσαλονίκη: Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης-Ιανός, 2009.

v Βλ. Λ. Μυλωνάκη. «Αντιφεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: 40 χρόνια μετά». Θεσσαλονικέων Πόλις, Τεύχος 61, Σεπτέμβριος 2017, σελ. 92-97.

vi Βλ. Κ. Πάρλας. «Ερασιτεχνισμοί και μελοδράματα». Το Βήμα, 27.9.1977.

vii Βλ. Ν.Φένεκ-Μικελίδης. «Εξορμά τώρα το Φεστιβάλ των σωματείων». Ελευθεροτυπία, 3.10.1977.

viii Βλ. Κ. Σταματίου. «Φεστιβάλ μετ’ εμποδίων. Από την οθόνη στα δικαστήρια. Μηνύσεις – απαγορεύσεις- σαμποτάζ». Τα Νέα, 5.10.1977.

ix Βλ. Κ. Σταματίου. «Φεστιβάλ μετ’ εμποδίων. Από την οθόνη στα δικαστήρια. Μηνύσεις – απαγορεύσεις - σαμποτάζ». Όπως παραπάνω.

x Βλ. Λ. Μυλωνάκη. «Αντιφεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: 40 χρόνια μετά». Όπως παραπάνω.

xi Κ. Σταματίου. «Φεστιβάλ μετ’ εμποδίων. Από την οθόνη στα δικαστήρια. Μηνύσεις – απαγορεύσεις- σαμποτάζ». Όπως παραπάνω.

xii< Βλ. Ν. Φένεκ-Μικελίδης. «Φεστιβάλ μετ’ εμποδίων». Ελευθεροτυπία, 1 Νοεμβρίου 2009. http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=96893

xiii Ν. Φένεκ-Μικελίδης. «Φεστιβάλ μετ’ εμποδίων». Όπως παραπάνω.

xiv Διαθέσιμη και ηλεκτρονικά: http://www.filmfestival.gr/film_festival/archive/national_comp/1977a.html

xv Ν. Φένεκ-Μικελίδης. «Εξορμά τώρα το Φεστιβάλ των σωματείων». Ελευθεροτυπία, 3.10.1977.

xvi< Βλ. «Από όλους τους κλάδους της τέχνης. Συμπαράσταση στο Αντιφεστιβάλ». Τα Νέα, 22.9. 1977.

xvii Ν. Φένεκ-Μικελίδης. «Φεστιβάλ μετ’ εμποδίων». Όπως παραπάνω.

xviii Βλ. Μ. Κομνηνός. «Επιτέλους κινηματογράφος!». Αυγή (χωρίς ημερομηνία).

xix Βλ. Κ. Σταματίου. «Το ανεξάρτητο φεστιβάλ. Επιτέλους, κινηματογράφος!». Τα Νέα, 1.10.1977.


 
Είδη πολιτικής εικονογραφίας στον ελληνικό κινηματογράφο (1974-2010) >>